Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

cocked hat

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌkɒktˈhæt/US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈkɑkt ˈhæt/

Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο cock παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: cocked | hat
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cock n (cockerel, rooster: male chicken)κόκορας ουσ αρσ
  (επίσημο)πετεινός, αλέκτορας ουσ αρσ
 The cock crows early in the morning.
 Ο κόκορας λαλεί νωρίς το πρωί.
cock n vulgar, offensive, informal (penis) (χυδαίο)πούτσος ουσ αρσ
  καβλί ουσ ουδ
  πούτσα ουσ θηλ
 His cock hardened as it was stroked.
 Ο πούτσος του σκλήρυνε καθώς δεχόταν χάδια.
cock n (gun hammer)επικρουστήρας ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)κόκορας ουσ αρσ
  σφύρα ουσ θηλ
 The cock clicked as he prepared to fire the gun.
 Ο επικρουστήρας έκανε κλικ καθώς εκείνος ετοιμαζόταν να πυροβολήσει.
cock n pejorative, vulgar, offensive, informal, US (contemptible person) (καθομιλουμένη, υβριστικό)μαλάκας ουσ αρσ
  (αργκό, χυδαίο, μεταφορικά)αρχίδι ουσ ουδ
 That guy is such a cock.
cock [sth] vtr (gun: set the hammer) (για όπλο)οπλίζω ρ μ
 He cocked his pistol, ready to fire.
 Όπλισε το πιστόλι του, έτοιμος να ρίξει.
cock [sth] vtr (tilt)γέρνω ρ μ
  στρίβω ρ μ
 He cocked his head to the side, listening.
 Έγειρε το κεφάλι του στην μια μεριά και άκουγε.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cock n abbreviation (stopcock)στρόφιγγα
 The broken cock caused a gas leak.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
cock [sth] up,
cock up [sth]
vtr phrasal sep
vulgar, informal, UK (botch [sth](καθομ, μτφ, προσβλητικό)σκατώνω ρ μ
  (καθομ, μτφ, προσβλητικό)κάνω σκατά ρ έκφρ
  (αργκό, μτφ, χυδαίο)γαμάω ρ αμ
 When he tried to fix the leaking tap, Simon cocked up the repair and had to call in a plumber.
cock up vi phrasal vulgar, informal, UK (fail, botch [sth](μτφ, καθομ, προσβλ)τα σκατώνω έκφρ
  τα κάνω σκατά έκφρ
 When his girlfriend called to ask why he wasn't at the restaurant, Adam realised he'd cocked up again.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
ballcock,
ball cock,
ball-cock
n
(water-level ball in a cistern)φλοτέρ ουσ ουδ ακλ
  (επίσημο)πλωτήρας ουσ αρσ
cock of the walk (group leader)αρχηγός ουσ αρσ/θηλ
cock-a-doodle-doo n (cockerel's call)κικιρίκου! έκφρ
 The early morning "cock-a-doodle-doo" of the neighbor's rooster makes it impossible for me to sleep past sunrise.
cock-a-hoop adj UK, slang (joyful) (αργκό, μεταφορικά)πετάω ρ αμ
  (καθομ, μεταφορικά)πετάω στα σύννεφα, πετάω από τη χαρά μου έκφρ
 I just ran into Kate, she was all cock-a-hoop over the great reviews.
cock-and-bull story,
cock and bull story
n
figurative, informal (far-fetched account)παρατραβηγμένη ιστορία επίθ + ουσ θηλ
  ιστορία τραβηγμένη από τα μαλλιά φρ ως ουσ θηλ
cock-tease,
cocktease,
cock-teaser,
prick-teaser,
prick-tease
n
pejorative, offensive!, informal ([sb]: flirts misleadingly) (αργκό)ανάφτρα ουσ θηλ
  (αργκό, πολύ χυδαίο)πουτσανάφτρα, ψωλανάφτρα ουσ θηλ
 Annoyed that the woman had rejected his advances, Tom called her a cock-tease.
cockeyed,
cock-eyed
adj
(cross-eyed, having a squint)αλλήθωρος επίθ
be cockeyed,
be cock-eyed
vi + adj
(have a squint)αλληθωρίζω ρ αμ
  είμαι αλλήθωρος έκφρ
cockeyed,
cock-eyed
adj
figurative (wonky, awry)στραβός, στρεβλός επίθ
  λοξός επίθ
cockup,
cock-up
n
vulgar, potentially offensive, informal, UK (mess, failure)λάθος επίθ
  χάλι ουσ ουδ
  (αργκό, προσβλ, μτφ)μαλακία ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cocked hat στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «cocked hat».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!